ΑΡΙΣΤΟΜΕΝΗ ΠΡΟΒΕΛΕΓΓΙΟΥ – ΤΑ ΚΑΗΜΕΝΑ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ (1932)

Από τα παιδικά μου χρόνια αγαπούσα τη θάλασσα και νωρίς έμαθα να κολυμπώ, και κατόπιν εφημιζόμουν ως άριστος κολυμβητής.

Στο κυνήγι ποτέ δεν είχα κλίση. Και όμως εζήλευα τους μεγαλύτερους αδελφούς μου, που ήσαν μανιώδεις και καλοί κυνηγοί. Και ο πατέρας μου θέλων να μ’ ευχαριστήσει – αφού μάλιστα ήμουν επιμελής μαθητής – μου αγόρασε ένα ωραίο κυνηγετικό όπλο και μου επέτρεψε να κυνηγώ, συνοδευόμενος από ένα παλαιόν υπηρέτη μας.

‘Ημουν τότε δεκαπενταετής, όταν άρχισα το δολοΦονικό στάδιο, που δεν ήμουν γι αυτό γεννημένος. Και τις περισσότερες φορές η διάθεσή μου ήτον τόσον ήμερη, που τριγυρνώντας στα λαγκάδια, έβλεπα τα διάφορα πουλιά να φεύγουν εμπρός μου και δεν εσήκωνα το όπλο να τα κτυπήσω.

Αλλά μια μέρα, περνώντας μέσα από ελαιώνα, άκουσα γλυκό κελάηδημα. Και παραδόξως, αντί το κελάηδημα να με συγκινήσει, να με μαγέψει, εξύπνησε στην καρδιά μου άγρια ένστικτα, που λίγο πολύ κρύβει ο άνθρωπος μέσα του, λείψανα κληρονομικά, από τους πρωτόγονους άγριους προγόνους μας.

Με βήμα τίγρεως αθόρυβο εβάδισα προς το κελάηδημα, με τ’ όπλον έτοιμο. Και όταν ο ήμερος, ανύποπτος τραγουδιστής επέταξε ήσυχα κι εκάθισε σ’ άλλο κλαδί, τον εκτύπησα. Έπεσε με σπασμένη τη φτερούγα. Κι εσέρνετο και παράδερνε και κτυπούσε το χώμα με τη γερή φτερούγα του, που ήτον συνηθισμένη να διασχίζει τον ελαφρόν αέρα. Όρμησα σαν άγριο θηρίο στο θύμα μου. Το πήρα. Ένιωθα τη μικρή φτωχή καρδιά του να κτυπά δυνατά μέσα στα δολοφόνα ματωμένα χέρια μου. Ο παροξυσμός της σκληρότητός μου εκατέπεσε. Ακίνητος εστάθηκα κι εκοίταζα το θύμα μου με τόσο οίκτο, τόση μετάνοια! Έβγαλα το καπέλο μου, το έστρωσα μέσα με τρυφερά χορτάρια, ετοποθέτησα επάνω το πουλί με προσοχή, κι επέστρεψα στο σπίτι. Πριν φτάσω, το πουλί, ο χαριτωμένος μελωδός του δάσους, άφησε τη στερνή πνοή του. Ήταν πληγωμένο βαρύτερα, παρ’ ό,τι ενόμιζα.

Ήταν όμορφο πουλί, όχι μεγαλύτερο από κορυδαλλό, με βαθύ στακτερό φτέρωμα, που έπαιρνε κόκκινη απόχρωση κάτω από το λαιμό και το στήθος.

Ποια ήταν η ωδική του οικογένεια; Δεν το έμαθα ποτέ.

Το έθαψα κάτω από τη μεγάλη, βαθύσκιωτη, αιωνόβια συκαμνιά μας, για να το νανουρίζει με το μουρμούρισμά της, όταν πνέουν οι ζέφυροι την άνοιξη και τα μελτέμια το καλοκαίρι, και να το ραίνει με τα φύλλα της το φθινόπωρο.

Τάφος που αρμόζει στον τραγουδιστή.

Από την ημέραν εκείνη ποτέ πλέον δεν έπιασα τουφέκι.

Αλλά και ποτέ δεν εσυγχώρησα στον εαυτό μου το έγκλημά μου.

Και όταν βλέπω τους κυνηγούς να επιστρέφουν σαν θριαμβευταί, με τον δικτυωτό σάκο των γεμάτον από φτερωτούς μετανάστας, αισθάνομαι τόσον οίκτο, τόσην αποστροφήν στους φονιάδες των!

Τα καημένα τα πουλιά, οι αιώνιοι αυτοί καταδικασμένοι μετανάσται, που δεν τα φθάνει η φθορά των από ξαφνικές κακοκαιρίες στο μακρινό ταξίδι των, αλλά βρίσκουν και εδώ στην ωραία ελληνική χώρα, την ξακουσμένη για τη φιλοξενία της, αληθινή πανωλεθρία!

Κι ενώ, κουρασμένα και ταλαιπωρημένα, καθίζουν περαστικά για να ξαποστάσουν, φεύγοντας το λευκό χιονοθάνατο, πέφτουν στη μαύρη, φονική σκαγιοθύελλα των κυνηγών…

Κι έπειτα φρίττομεν από πόνο και ευσπλαχνία, όταν τύχει ν’ ακούσομε ότι Ευρωπαίοι ναυαγοί περιέπεσαν εις φυλήν αγρίαν και κατεφαγώθησαν.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: