The giving tree – ένα παραμύθι

Γραμμένο και εικονογραφημένο από τον Shel Silverstein το 1964, αυτό το παραβολικό παραμύθι αναφέρεται με την απλή του γραφή σε αρχετυπικές σχέσεις, μεταξύ των ανθρώπων και της φύσης αλλά και των ανθρώπων μεταξύ τους, και μιλά για την για την υστεροβουλία και την απληστία, για την αγάπη χωρίς ανταλλάγματα, τη θυσία και την παντοτινή προσφορά.

♦♦♦

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μηλιά και αγαπούσε ένα αγοράκι.

Και κάθε μέρα το αγοράκι πήγαινε και μάζευε τα φύλλα της και τα έπλεκε στεφάνι κι έπαιζε το βασιλιά του δάσους. Σκαρφάλωνε στον κορμό της κι έκανε κούνια στα κλαδιά της κι έτρωγε μήλα. Παίζανε και κρυφτό Κι όταν το αγόρι κουραζόταν, αποκοιμιόταν στον ίσκιο της. Και το αγόρι αγαπούσε τη μηλιά… πάρα πολύ. Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.

Μα πέρασαν τα χρόνια. Και το αγόρι μεγάλωσε. Και πολλές φορές η μηλιά έμενε μοναχή. Τότε μια μέρα το αγόρι πήγε στη μηλιά κι η μηλιά είπε:

«Έλα αγόρι, έλα να σκαρφαλώσεις στον κορμό μου και να κάνεις κούνια στα κλαδιά μου, να φας μήλα και να παίξεις στον ίσκιο μου αποκάτω και να ‘σαι ευτυχισμένο».

«Είμαι μεγάλος πια για να σκαρφαλώνω και να παίζω», είπε το αγόρι. «Θέλω ν’ αγοράσω πράγματα και να καλοπεράσω. Θέλω λεφτά. Μπορείς να μου δώσεις λεφτά;»

«Λυπάμαι», είπε η μηλιά, «μα έχω εγώ δεν έχω λεφτά. Έχω μονάχα φύλλα και μήλα. Πάρε τα μήλα μου, Αγόρι, και πούλησέ τα στην πόλη. Έτσι θα ‘χεις λεφτά και θα ‘σαι ευτυχισμένο».

Και τότε το αγόρι σκαρφάλωσε στη μηλιά, μάζεψε τα μήλα της και τα πήρε μαζί του. Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.

Μα το αγόρι έκανε πολύ καιρό να ξαναφανεί και η μηλιά ήταν λυπημένη. Ώσπου μια μέρα το αγόρι ξαναγύρισε κι η μηλιά τρεμούλιασε απ’ τη χαρά της κι είπε:

«Έλα αγόρι, έλα να σκαρφαλώσεις στον κορμό μου και να κάνεις κούνια στα κλαδιά μου και να ‘σαι ευτυχισμένο».

«Δεν έχω πια χρόνο να σκαρφαλώνω»,είπε το αγόρι.«Θέλω ένα σπίτι που να δίνει ζεστασιά», είπε. «Θέλω γυναίκα και παιδιά, και γι’ αυτό χρειάζομαι ένα σπίτι. «Μπορείς να μου δώσεις ένα σπίτι;»

«Εγώ δεν έχω σπίτι», είπε η μηλιά. «Σπίτι μου είναι το δάσος, μα μπορείς να κόψεις τα κλαδιά μου και να χτίσεις ένα σπίτι. Τότε θα ‘σαι ευτυχισμένο».

Κι έτσι το αγόρι έκοψε τα κλαδιά της και τα πήρε μαζί του για να χτίσει το σπίτι του. Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.

Μα το αγόρι έκανε πολύ καιρό να ξαναφανεί. Κι όταν γύρισε η μηλιά ήταν τόσο ευτυχισμένη που ούτε να μιλήσει καλά-καλά δεν μπορούσε.

«Έλα, Αγόρι», ψιθύρισε, «έλα να παίξεις»

«Είμαι πια πολύ γέρος και πολύ λυπημένος για να παίζω είπε το αγόρι. «Θέλω μια βάρκα να με πάρει μακριά. Μπορείς να μου δώσεις μια βάρκα;»

«Κόψε τον κορμό μου και φτιάξε μια βάρκα», είπε η μηλιά. «Έτσι θα μπορέσεις να φύγεις μακριά …και να ‘σαι ευτυχισμένο».

Και τότε το αγόρι έκοψε τον κορμό της έφτιαξε μια βάρκα κι έφυγε μακριά. Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη … μα όχι πραγματικά.

Κι ύστερα από πολύ καιρό το αγόρι ξαναγύρισε.

«Λυπάμαι, Αγόρι», είπε η μηλιά, «μα δε μου απόμεινε τίποτα πια για να σου δώσω… Δεν έχω μήλα».

«Τα δόντια μου δεν είναι πια για μήλα», είπε το αγόρι.

«Δεν έχω κλαδιά», είπε η μηλιά. «Δεν μπορείς να κάνεις κούνια…»

«Είμαι πολύ γέρος πια για να κάνω κούνια», είπε το αγόρι.

«Δεν έχω κορμό», είπε η μηλιά. «Δεν μπορείς να σκαρφαλώσεις…»

«Είμαι πολύ κουρασμένος πια για να σκαρφαλώνω», είπε το αγόρι.

«Λυπάμαι», αναστέναξε η μηλιά. «Μακάρι να μπορούσα να σου δώσω κάτι… μα δε μου απόμεινε τίποτα πια. Δεν είμαι παρά ένα γέρικο κούτσουρο. Λυπάμαι…»

«Δε θέλω και πολλά τώρα πια», είπε το αγόρι, «μονάχα ένα ήσυχο μέρος να κάτσω και να ξαποστάσω. Είμαι πολύ κουρασμένος».

«Τότε», είπε η μηλιά, κι ίσιωσε τον κορμό της, «τότε, ένα γέρικο κούτσουρο είναι ό,τι πρέπει να κάτσεις και να ξαποστάσεις. Έλα, Αγόρι, κάτσε. Κάτσε και ξεκουράσου».

Και το αγόρι έκατσε και ξεκουράστηκε. Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.

♦♦♦

Δείτε το στα αγαπημένα στο κανάλι μας στο You Tube.

Δείτε ακόμη την ταινία μικρού μήκους «Ένα δέντρο μια φορά» ( μέρος 1 και μέρος 2 ), βασισμένο σε παραμύθι του Ε. Τριβιζά.

Advertisements

Save yourself…

Ο πλανήτης μας είναι μοναδικός. Εμείς είμαστε μοναδικοί. Τα πάντα γύρω μας είναι μοναδικά. Πρέπει όλοι μας να τα σκεφτόμαστε και να τα αγαπάμε. Δεν πρέπει να τα καταστρέφουμε γιατί είναι όλα τους κομμάτι του εαυτού μας.

Πολλές φορές βρεθήκαμε σε ένα δάσος και νοιώσαμε αγαλλίαση,το νοιώσαμε σαν ένα κομμάτι του εαυτού μας. Ας επιτρέψουμε να το νοιώσουν και οι επόμενες γενιές.

Πριν κάνουμε οτιδήποτε κακό ας το σκεφτούμε. Χθες πέθανε ένα παιδί από πυροβολισμό αστυνομικού,καθημερινά πεθαίνουν χιλιάδες παιδιά για διάφορους λόγους,το περιβάλλον πεθαίνει κι αυτό. Έστω για μια στιγμή ας σκεφτουμε ότι ίσως να έχουμε φταίξει και εμείς για αυτό. Ας σώσουμε ένα κομμάτι του πλανήτη,τους αν8ρώπους του,ας σώσουμε τον εαυτό μας!

Για να ζήσουμε χρειαζόμαστε το φως του ήλιου, είναι ένα κομμάτι του εαυτού μας. Για να ζήσουμε χρειαζόμαστε το νερό, είναι ένα κομμάτι του εαυτού μας. Για να ζήσουμε χρειαζόμαστε τους ανθρώπους, είναι κομμάτι του εαυτού μας.

Δεν κάνουμε σχεδόν τίποτα για να τα προστατέψουμε. Ακόμα και αν είναι ένα κομμάτι του εαυτού μας!!!

Ας κάνουμε κάτι για το περιβάλλον.

Ας το κάνουμε δώρο στον εαυτό μας για τα Χριστούγεννα!

Από την Ηλέκτρα Κ.

Κ. ΚΡΥΣΤΑΛΛΗ – ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΑΗΤΟ

Από μικρό κι απ’ άφαντο πουλάκι, σταυραητέ μου,

παίρνεις κορμί με τον καιρό και δύναμη κι αγέρα

κι απλώνεις πήχες τα φτερά και πιθαμές τα νύχια

και μεσ’ στα σύγνεφα πετάς, μεσ’ στα βουνά ανεμίζεις.

Φωλιάζεις μεσ’ στα κράκουρα, συχνομιλάς με τ’ άστρα,

με τη βροντή ερωτεύεσαι κι απιδρομάς και παίζεις

με τ’ άγρια τα αστροπελέκια και βασιλιά σε κράζουν

του κάμπου τα πετούμενα και του βουνού οι πετρίτες.

    Έτσι εγεννήθηκε μικρός κι ο πόθος μου στα στήθη,

    κι απ’ άφαντο, κι απ’ άπλερο πουλάκι, σταυραητέ μου,

    μεγάλωσε, πήρε φτερά, πήρε κορμί και νύχια

    και μου ματώνει την καρδιά, τα σωθικά μου σκίζει,

    κι έγινε τώρα ο πόθος μου αητός, στοιχειό και δράκος

    κι εφώλιασε βαθιά βαθιά μεσ’ τ’ άσαρκο κορμί μου

    και τρώει κρυφά τα σπλάχνα μου, κρυφοβοσκάει τη νιότη.

    Μπεζέρισα να περπατώ στου κάμπου τα λιοβόρια.

    Θέλω τ’ αψήλου ν’ ανεβώ, ν’ αράξω θέλω, αητέ μου,

    μεσ’ στην παλιά μου κατοικιά, στην πρώτη τη φωλιά μου.

    θέλω ν’ αράξω στα βουνά, θέλω να ζάω με σένα.

    Θέλω τ’ ανήμερο καπρί, τ’ αρκούδι, το πλατόνι,

    καθημερινή μου κι ακριβή να τάχω συντροφιά μου.

    Κάθε βραδούλα, κάθε αυγή, θέλω το κρύο τ’ αγέρι

    νάρχεται από την λαγκαδιά, σαν μάνα, σαν αδέρφι

    να μου χαϊδεύει τα μαλλιά και τ’ ανοιχτά μου στήθη.

      Θέλω η βρυσούλα η ρεμματιά, παλιές γλυκές μου αγάπες,

      να μου προσφέρουν γιατρικό τ’ αθάνατα νερά τους.

      Θέλω του λόγγου τα πουλιά με τον κελαϊδισμό τους

      να με κοιμίζουν το βραδύ, να με ξυπνούν το τάχυ.

      Και θέλω να ‘χω στρώμα μου, να ‘χω και σκέπασμά μου

      το καλοκαίρι τα κλαδιά και τον χειμώ τα χιόνια.

      Κλωνάρια απ’ αγριοπρίναρα, φουρκάλες από ελάτια

      θέλω να στρώνω στοιβανιές κι απάνω να πλαγιάζω

      ν’ ακούω τον ήχο της βροχής και να γλυκοκοιμιέμαι.

        Από ημερόδεντρον, αητέ, θέλω να τρώω βαλάνια,

        θέλω να τρώω τυρί αλαφιού και γάλα απ’ άγριο γίδι.

        Θέλω ν’ ακούω τριγύρω μου πεύκα κι οξιές να σκούζουν,

        θέλω να περπατώ γκρεμούς, ραϊδιά, ψηλά στεφάνια,

        θέλω κρεμάμενα νερά δεξιά ζερβιά να βλέπω.

        Θέλω ν’ ακούω τα νύχια σου να τα τροχάς στα βράχια.

        ν’ ακούω την άγρια σου κραυγή, τον ίσκιο σου να βλέπω

        θέλω, μα δεν έχω φτερά, δεν έχω κλαπατάρια,

        και τυραννιέμαι, και πονώ, και σβυέμαι νύχτα μέρα.

        Παρακαλώ σε, σταυραητέ, για χαμηλώσου ολίγο,

        και δος μου τες φτερούγες σου και πάρε με μαζύ σου

        πάρε με απάνου στα βουνά, τι θα με φάη ο κάμπος!

        ΑΡΙΣΤΟΜΕΝΗ ΠΡΟΒΕΛΕΓΓΙΟΥ – ΤΑ ΚΑΗΜΕΝΑ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ (1932)

        Από τα παιδικά μου χρόνια αγαπούσα τη θάλασσα και νωρίς έμαθα να κολυμπώ, και κατόπιν εφημιζόμουν ως άριστος κολυμβητής.

        Στο κυνήγι ποτέ δεν είχα κλίση. Και όμως εζήλευα τους μεγαλύτερους αδελφούς μου, που ήσαν μανιώδεις και καλοί κυνηγοί. Και ο πατέρας μου θέλων να μ’ ευχαριστήσει – αφού μάλιστα ήμουν επιμελής μαθητής – μου αγόρασε ένα ωραίο κυνηγετικό όπλο και μου επέτρεψε να κυνηγώ, συνοδευόμενος από ένα παλαιόν υπηρέτη μας.

        ‘Ημουν τότε δεκαπενταετής, όταν άρχισα το δολοΦονικό στάδιο, που δεν ήμουν γι αυτό γεννημένος. Και τις περισσότερες φορές η διάθεσή μου ήτον τόσον ήμερη, που τριγυρνώντας στα λαγκάδια, έβλεπα τα διάφορα πουλιά να φεύγουν εμπρός μου και δεν εσήκωνα το όπλο να τα κτυπήσω.

        Αλλά μια μέρα, περνώντας μέσα από ελαιώνα, άκουσα γλυκό κελάηδημα. Και παραδόξως, αντί το κελάηδημα να με συγκινήσει, να με μαγέψει, εξύπνησε στην καρδιά μου άγρια ένστικτα, που λίγο πολύ κρύβει ο άνθρωπος μέσα του, λείψανα κληρονομικά, από τους πρωτόγονους άγριους προγόνους μας.

        Με βήμα τίγρεως αθόρυβο εβάδισα προς το κελάηδημα, με τ’ όπλον έτοιμο. Και όταν ο ήμερος, ανύποπτος τραγουδιστής επέταξε ήσυχα κι εκάθισε σ’ άλλο κλαδί, τον εκτύπησα. Έπεσε με σπασμένη τη φτερούγα. Κι εσέρνετο και παράδερνε και κτυπούσε το χώμα με τη γερή φτερούγα του, που ήτον συνηθισμένη να διασχίζει τον ελαφρόν αέρα. Όρμησα σαν άγριο θηρίο στο θύμα μου. Το πήρα. Ένιωθα τη μικρή φτωχή καρδιά του να κτυπά δυνατά μέσα στα δολοφόνα ματωμένα χέρια μου. Ο παροξυσμός της σκληρότητός μου εκατέπεσε. Ακίνητος εστάθηκα κι εκοίταζα το θύμα μου με τόσο οίκτο, τόση μετάνοια! Έβγαλα το καπέλο μου, το έστρωσα μέσα με τρυφερά χορτάρια, ετοποθέτησα επάνω το πουλί με προσοχή, κι επέστρεψα στο σπίτι. Πριν φτάσω, το πουλί, ο χαριτωμένος μελωδός του δάσους, άφησε τη στερνή πνοή του. Ήταν πληγωμένο βαρύτερα, παρ’ ό,τι ενόμιζα.

        Ήταν όμορφο πουλί, όχι μεγαλύτερο από κορυδαλλό, με βαθύ στακτερό φτέρωμα, που έπαιρνε κόκκινη απόχρωση κάτω από το λαιμό και το στήθος.

        Ποια ήταν η ωδική του οικογένεια; Δεν το έμαθα ποτέ.

        Το έθαψα κάτω από τη μεγάλη, βαθύσκιωτη, αιωνόβια συκαμνιά μας, για να το νανουρίζει με το μουρμούρισμά της, όταν πνέουν οι ζέφυροι την άνοιξη και τα μελτέμια το καλοκαίρι, και να το ραίνει με τα φύλλα της το φθινόπωρο.

        Τάφος που αρμόζει στον τραγουδιστή.

        Από την ημέραν εκείνη ποτέ πλέον δεν έπιασα τουφέκι.

        Αλλά και ποτέ δεν εσυγχώρησα στον εαυτό μου το έγκλημά μου.

        Και όταν βλέπω τους κυνηγούς να επιστρέφουν σαν θριαμβευταί, με τον δικτυωτό σάκο των γεμάτον από φτερωτούς μετανάστας, αισθάνομαι τόσον οίκτο, τόσην αποστροφήν στους φονιάδες των!

        Τα καημένα τα πουλιά, οι αιώνιοι αυτοί καταδικασμένοι μετανάσται, που δεν τα φθάνει η φθορά των από ξαφνικές κακοκαιρίες στο μακρινό ταξίδι των, αλλά βρίσκουν και εδώ στην ωραία ελληνική χώρα, την ξακουσμένη για τη φιλοξενία της, αληθινή πανωλεθρία!

        Κι ενώ, κουρασμένα και ταλαιπωρημένα, καθίζουν περαστικά για να ξαποστάσουν, φεύγοντας το λευκό χιονοθάνατο, πέφτουν στη μαύρη, φονική σκαγιοθύελλα των κυνηγών…

        Κι έπειτα φρίττομεν από πόνο και ευσπλαχνία, όταν τύχει ν’ ακούσομε ότι Ευρωπαίοι ναυαγοί περιέπεσαν εις φυλήν αγρίαν και κατεφαγώθησαν.